Η άνοδος της θερμοκρασίας του πλανήτη σε βάθος χρόνου,
φαίνεται να οδηγεί στον πολλαπλασιασμό των ειδών και στον εμπλουτισμό της
βιοποικιλότητας, όπως υποστηρίζει νέα βρετανική επιστημονική έρευνα, η οποία θέτει σε αμφισβήτηση την επικρατούσα άποψη ότι δηλαδή οι κλιματικές μεταβολές έχουν δυσμενείς
συνέπειες για τη βιόσφαιρα.
Μπορεί, οι μέχρι πρότινος έρευνες να επεσήμαναν ότι οι κλιματικές
αλλαγές φαίνεται να οδηγούν στη σταδιακή εξαφάνιση ορισμένων ειδών, νέα
έρευνα όμως προσθέτει καινούρια δεδομένα.
Η συγκεκριμένη έρευνα των πανεπιστημίων της Υόρκης, του
Λιντς και της Γλασκώβης, με επικεφαλής τον εξελικτικό βιολόγο Πίτερ Μέιχιο, στηρίχθηκε
στην ανάλυση στοιχείων απολιθωμάτων και γεωλογικών δεδομένων, που φθάνουν έως
540 εκατ. χρόνια πίσω στο παρελθόν.
Το εντυπωσιακό στοιχείο, ήταν ότι διαπιστώθηκε
μια ευθέως ανάλογη σχέση ανάμεσα στη θερμότητα και τη βιοποικιλότητα, δηλαδή όταν η πρώτη αυξανόταν, αυξανόταν η δεύτερη, ενώ όταν η πρώτη υποχωρούσε, μειωνόταν
και η δεύτερη.
Το συμπέρασμα λοιπόν, στο οποίο κατέληξαν οι επιστήμονες
είναι : Οι προηγούμενες θερμές κλιματικές περίοδοι στη Γη μπορεί να ακολουθήθηκαν
από αυξανόμενες εξαφανίσεις ειδών, όμως την
ίδια στιγμή, προώθησαν τη δημιουργία
νέων ειδών. Συνέβαλαν έτσι στην μακροπρόθεσμη αύξηση της βιοποικιλότητας.
Στηριζόμενοι σ’ αυτό το συμπέρασμα, οι Βρετανοί επιστήμονες
υποθέτουν ότι και η σημερινή τάση ανόδου της θερμοκρασίας , εκτός από την
απώλεια διαφόρων ειδών, θα συμβάλλει στον εμπλουτισμό παγκόσμια βιόσφαιρα , σε
βάθος χρόνου βέβαια.
«Η παρούσα έρευνα, δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η τρέχουσα παγκόσμια άνοδος της
θερμοκρασίας είναι καλή για τα υπάρχοντα είδη», ανέφερε ο καθηγητής βιολογίας
Τιμ Μπέντον.
Ωστόσο, τόνισε ότι « οι αυξήσεις στην παγκόσμια βιοποικιλότητα
χρειάζονται εκατομμύρια χρόνια και στο μεταξύ πρέπει να αναμένεται ότι θα
συμβούν αρκετές εξαφανίσεις ειδών».
Σημειώνεται ότι καθοριστικό ρόλο παίζει ο διαφορετικός
ρυθμός που λαμβάνουν χώρα οι δύο αλλαγές.
Η ανατρεπτική αυτή έρευνα,
δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση της Εθνικής Ακαδημίας
Επιστημών των ΗΠΑ (PNAS).

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου