Στερούνται σωστής διατροφής, δυσκολεύονται να έχουν ικανοποιητική θέρμανση, να πληρώνουν ηλεκτρικό ρεύμα, νερό, φυσικό αέριο και γενικότερα να αντιμετωπίζουν τις καθημερινές τους ανάγκες με βάση το μηνιαίο/εβδομαδιαίο εισόδημά τους. Αυτό είναι το προφίλ των περισσότερων νοικοκυριών στη χώρα μας, λόγω της οικονομικής κρίσης.
Τα παραπάνω ανησυχητικά συμπεράσματα, προέκυψαν από την έρευνα εισοδήματος και συνθηκών διαβίωσης των νοικοκυριών και οικογενειακών προϋπολογισμών, που πραγματοποίησε η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛ.ΣΤΑΤ.), σύμφωνα με την οποία το 2010 τα μέλη των νοικοκυριών που αντιμετώπιζαν κίνδυνο φτώχειας, έφθασαν τα 2.341.400. Ταυτόχρονα, ο πληθυσμός που έμενε σε νοικοκυριά όπου δεν εργαζόταν κανένα μέλος ή εργαζόταν λιγότερο από 3 μήνες συνολικά το έτος, ανερχόταν σε 837.300 άτομα, ενώ το προηγούμενο έτος ανερχόταν σε 544.800 άτομα.
Αξιοσημείωτο είναι ότι, οι ανησυχητικές αυτές διαπιστώσεις αφορούσαν σε εισοδήματα του έτους 2010, όταν η κρίση στην ελληνική οικονομία ήταν ακόμα σε αρχικά στάδια. Ωστόσο, είχε αρχίσει να επηρεάζει όχι μόνο τα φτωχά τμήματα του πληθυσμού αλλά και τα μεσαία, που δήλωναν πως δεν μπορούσαν να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες.
Πέρα όμως από τις βασικές ανάγκες, παρατηρείται και μια ραγδαία μείωση των δαπανών για είδη μη πρώτης ανάγκης, έξοδα, όπως διακοπές, αυτοκίνητα, τηλέφωνα, αλλά και για ένδυση-υπόδηση, καθώς μεγαλύτερο τμήμα του εισοδήματος μετατοπίζεται στη διατροφή.
Πάντως, σήμερα, δύο χρόνια μετά την έρευνα, τα πράγματα στην ελληνική κοινωνία είναι πολύ χειρότερα, ενώ αναμένεται η κατάσταση να επιδεινωθεί περαιτέρω το 2013, αφού η ύφεση θα συνεχιστεί (υπολογίζεται από το ΥΠΟΙΚ σε -4,5%) και επιβεβαιώνονται οι ανησυχίες και η αβεβαιότητα του εμπορικού κόσμου.
Αναλυτικότερα, τα στατιστικά στοιχεία από την έρευνα της ΕΛ.ΣΤΑΤ., διαμορφώνονται ως εξής:
-Το 42,7% του φτωχού πληθυσμού, δηλώνει ότι στερείται σωστής και υγιεινής διατροφής, που περιλαμβάνει κάθε δεύτερη ημέρα κοτόπουλο, κρέας, ψάρι ή λαχανικά ίσης θρεπτικής αξίας, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό του μη φτωχού πληθυσμού εκτιμάται σε 0,3%.
-Το 69,5% του φτωχού πληθυσμού και ένα σημαντικό ποσοστό της τάξης του 24,9% του μη φτωχού, έχει οικονομική δυσκολία να αντιμετωπίσει έκτακτες, αλλά αναγκαίες δαπάνες αξίας, περίπου 600 ευρώ.
-Το 38,9% του φτωχού πληθυσμού, αντιμετωπίζει οικονομική αδυναμία να έχει ικανοποιητική θέρμανση, το αντίστοιχο ποσοστό του μη φτωχού πληθυσμού είναι 13,7% , ενώ το ποσοστό του συνολικού πληθυσμού ανέρχεται σε 18,7%.
-Το 38,8% του πληθυσμού που έχει λάβει καταναλωτικό δάνειο αντιμετωπίζει μεγάλες δυσκολίες στην αποπληρωμή αυτού ή των δόσεων για αγορά αγαθών και υπηρεσιών.
-Το 41,4% του φτωχού πληθυσμού με δυσκολία καταφέρνει να πληρώσει πάγιους λογαριασμούς, όπως αυτών του ηλεκτρικού ρεύματος, του νερού, του φυσικού αερίου κ.λπ.
-Το 48,9% του φτωχού πληθυσμού δεν μπορεί εύκολα να ανταπεξέλθει στις συνήθεις ανάγκες του, με το συνολικό μηνιαίο ή εβδομαδιαίο εισόδημά του.
Όσον αφορά τη στέγαση, το 55,7% του φτωχού πληθυσμού επιβαρύνεται πάρα πολύ από τις συνολικές δαπάνες στέγασης, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό του μη φτωχού πληθυσμού, ανέρχεται σε 30%. Παράλληλα, σε 25,9% για το σύνολο του πληθυσμού, μένει σε κατοικία με στενότητα χώρου, ποσοστό που αγγίζει το 35,8% για το φτωχό πληθυσμό και το 23,2% για το μη φτωχό πληθυσμό.
Την ίδια στιγμή, η συντριπτική πλειοψηφία των νοικοκυριών, σε ποσοστό 79% του φτωχού πληθυσμού, επιβαρύνονται από το κόστος στέγασης. Το αντίστοιχο ποσοστό για το μη φτωχό πληθυσμό είναι μόλις 9,4% και για το σύνολο του πληθυσμού, σε 24,3%.
Σχετικά με το μέσο ελάχιστο καθαρό μηνιαίο εισόδημα για την αντιμετώπιση των αναγκών των νοικοκυριών της χώρας, ανέρχεται σε 2.235 ευρώ. Τα φτωχά νοικοκυριά χρειάζονται 1.808 ευρώ, ενώ τα μη φτωχά νοικοκυριά 2.350 ευρώ.
Στο μεταξύ, σε είδος πολυτελείας τείνει να μετατραπεί το αυτοκίνητο, καθώς το 17,1% του φτωχού πληθυσμού, το 6% του μη φτωχού πληθυσμού και το 8,3% του συνολικού πληθυσμού δεν διέθεταν τουλάχιστον ένα Ι.Χ. επιβατηγό αυτοκίνητο.
Παράλληλα, το 17,9% των φτωχών νοικοκυριών, το 6,4% των μη φτωχών και το 8,9% του συνόλου των νοικοκυριών δεν διέθεταν προσωπικό ηλεκτρονικό υπολογιστή, αν και τα χρειάζονταν, λόγω έλλειψης οικονομικής δυνατότητας.
Σημειώνεται ότι, περιβαλλοντικά προβλήματα από παρακείμενη βιομηχανία ή κυκλοφορία αυτοκινήτων, αντιμετωπίζει το 25,6% του συνολικού πληθυσμού, ενώ ποσοστό 20,3% του ίδιου πληθυσμού αναφέρει ως πρόβλημα τους βανδαλισμούς και την εγκληματικότητα στην περιοχή του.
Άξιο λόγου είναι ότι, σημαντικό ποσοστό του μέσου προϋπολογισμού τους, δαπανούν τα φτωχά νοικοκυριά σε είδη διατροφής (33,1%), ενώ λόγω της σύνθεσης των φτωχών νοικοκυριών (ηλικιωμένοι, ανασφάλιστοι κ.λπ.), η δαπάνη για υγεία ανέρχεται στο 8,7%.
Τέλος, από την έρευνα προέκυψε ότι οι συνθήκες ανισότητας στην κοινωνία είναι μεγάλες.
Βάνα Ψυχογιού

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου